Login

Lost your password?
Don't have an account? Sign Up

ΕΜΠΡΗΣΜΟΣ από πρόθεση ή εξ αμελείας – Τι ορίζει ο Νόμος

Ενα ιδιαίτερα κρίσιμο ζήτημα, που τους καλοκαιρινούς κατά κανόνα μήνες έκαστου ημερολογιακού έτους ταλανίζει εντονότατα τη χώρα μας, λαμβάνοντας επικίνδυνες διαστάσεις και απειλώντας σοβαρά, το φυσικό περιβάλλον και ενίοτε πλήθος ανθρώπων και περιουσιών.

Πρόκειται για το φαινόμενο του εμπρησμού (κυρίως δασικών εκτάσεων παρακείμενων σε κατοικίες ανθρώπων),  αποτελεί απειλή, καταστρέφοντας δάση τα οποία για να επαναδημιουργηθούν απαιτούνται χρόνια

Ο σκοπός της παρούσης είναι πληροφοριακός – ενημερωτικός, προκειμένου να γίνει περισσότερο αντιληπτή και κατανοητή η έννοια του εμπρησμού, όπως αποτυπώνεται και τυποποιείται από τον Έλληνα νομοθέτη στον Ποινικό Κώδικα.


Εμπρησμός κατ’ άρθρο 264 και επόμενα Ποινικού Κώδικα:
«Όποιος με πρόθεση προξενεί πυρκαγιά τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματαβ) με κάθειρξη, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπογ) με κάθειρξη ισόβια ή πρόσκαιρη τουλάχιστον δέκα ετών, αν στην περίπτωση του στοιχείου β’ επήλθε θάνατος«.
Εμπρησμός σε δάση (άρθρο 265 Ποινικού Κώδικα): «1. Με την επιφύλαξη της βαρύτερης τιμωρίας κατά τους όρους του άρθρου 264, όποιος με πρόθεση προξενεί πυρκαγιά σε δάσος ή δασική έκταση, κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφοι 1 και 2 του Νόμου 998/79 ή σε έκταση που έχει κηρυχθεί δασωτέα ή αναδασωτέα, κατά την έννοια της παραγράφου 5 του ίδιου άρθρου, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα έτη και με χρηματική ποινή από δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) έως εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ. Δεν επιτρέπεται μετατροπή ή αναστολή της ποινής που επιβλήθηκε και η έφεση δεν αναστέλλει την εκτέλεσή της. Αν η πράξη είχε ως επακόλουθο να εξαπλωθεί η φωτιά σε μεγάλη έκταση, επιβάλλεται κάθειρξη. 2. Αν η πράξη τελέστηκε από ιδιοτέλεια ή κακοβουλία ή η έκταση που κάηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών».

Εμπρησμός από αμέλεια (άρθρο 266 Ποινικού Κώδικα): «1. Αν η πράξη του άρθρου 264 τελέστηκε από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση. 2. Αν η πράξη του άρθρου 265 παράγραφος 1 τελέστηκε από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή από δύο χιλιάδες εννιακόσια (2.900) μέχρι είκοσι εννέα χιλιάδες (29.000) ευρώ εκτός αν η πράξη τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη. Μετατροπή της ποινή που επιβλήθηκε δεν επιτρέπεται«.
Άρθρο 267: «Ο υπαίτιος της πράξης του άρθρου 266 απαλάσσεται από κάθε ποινή αν με την ελεύθερη θέλησή του καταστείλει ο ίδιος την πυρκαγιά ή με τη γρήγορη αναγγελία του προς την αρχή δώσει αφορμή για την καταστολή της«. 

ΕΜΠΡΗΣΜΟΣ – Άρθρο 264 και επόμενα Ποινικού Κώδικα
** Στο έγκλημα του εμπρησμού προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι η κοινή ασφάλεια και η κοινή ακεραιότητα, οι οποίες κινδυνεύουν από την κακή χρήση της φυσικής δύναμης του πυρός: ειδικότερα, πρόκειται για την ανάγκη προφύλαξης του κοινωνικού συνόλου από τη φωτιά, η οποία είναιανεξάρτητη της ανάγκης προστασίας της ατομικής ιδιοκτησίας. Εμμέσως σε κάθε περίπτωση προστατεύονται και τα έννομα αγαθά της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας και υγείας και η περιουσία των πολιτών. Η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος έγκειται στη δια πράξεως ή παραλείψεως πρόκληση πυρκαγιάςη οποία εν συνεχεία μπορεί να δημιουργήσει κοινό κίνδυνο σε ξένα πράγματα ή άνθρωπο. Αναφορικά με την έννοια της πυρκαγιάς – παρότι δεν ορίζεται ευθέως στο νόμο – κατά την απολύτως κρατούσα άποψη σε θεωρία και νομολογία: πυρκαγιά υπάρχει όταν η φωτιά: (α) έχει λάβει κάποια σημαντική έκταση, (β) εμφανίζει τάση εξάπλωσης και (γ) δε μπορεί να κατασβεσθεί ευκόλως– ανεξαρτήτως μάλιστα αν εμφανίζονται εξ αυτής εμφανείς φλόγες, αρκούντος του γεγονότος ότι υφίσταται υποβόσκουσα πυρά [ΑΠ 2095/2007, ΑΠ 2001/2005, ΑΠ 1825/2003].Αυτό που πρέπει να προσεχθεί ιδιαίτερα αναφορικά με την αξιόποινη πράξη του εμπρησμού είναι το εξής στοιχείο: η πρόκληση κάθε πυρκαγιάς ΔΕ ΣΥΝΙΣΤΑ εμπρησμόΟ νομοθέτης αξιώνει τη συνδρομή ενός πρόσθετου στοιχείου: την δυνατότητα πρόκλησης κοινού κινδύνου (επίσης στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος): (Α) είτε σε ξένα πράγματα, (Β) είτε σε βάρος ανθρώπου. 
(Α) Κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα υπάρχει είτε όταν, κατά τα δεδομένα του χρόνο τελέσεως και όχι κατά τα μεταγενέστερα που ανέκυψαν [ΑΠ 233/1979], απειλείται ευρύτερος κύκλος εννόμων αγαθών, σε έκταση ανεπίδεκτου προσδιορισμού εκ των προτέρων, είτε όταν απειλείται ένα μόνο αντικείμενο, το οποίο όμως είναι ακαθόριστο ως μέρος της ολότητας – δηλαδή θα μπορούσε να είναι μεν ένα μόνο αντικείμενο, το οποίο όμως θα μπορούσε να ανήκε στον οποιοδήποτε κοινωνό [δε στοχοποιείται δηλαδή το αντικείμενο συγκεκριμένου προσώπου].
(Β) Κοινός κίνδυνος για άνθρωπο (ο εμπρησμός πλέον ανάγεται σε κακούργημα με ποινή καθείρξεως) είναι ο εκ της εκδηλωθείσας πυρκαγιάς κίνδυνος που δύναται να βάλει κατά της ζωής, του σώματος ή της υγείας ενός και μόνο ανθρώπου, μη κατονομαζόμενου και μη ορισμένου [ΑΠ 1825/2003, ΑΠ 1172/1993].
Στην περίπτωση που το τελικό αποτέλεσμα είναι θάνατος ανθρώπου (και όχι η θέση του σε κίνδυνο) τότε ο νομοθέτης με την κατασκευή ενός εγκλήματος εκ του αποτελέσματος αυξάνει την ποινή σε κάθειρξη ισόβια ή πρόσκαιρη τουλάχιστον δέκα ετών. Ο θάνατος του ανθρώπου θα πρέπει να καλύπτεται από αμέλεια του δράστη του εμπρησμού [με απλά λόγια να μην τον γνώριζε ως βέβαιο ή ως ενδεχόμενο και αντίστοιχα να μην τον επιδίωκε ή έστω αποδεχόταν].Σε κάθε περίπτωση, για να υπάρξει ολοκληρωμένο έγκλημα εμπρησμού απαιτούνται, λοιπόν:
(α) πρόκληση πυρκαγιάς – με τα χαρακτηριστικά που μνημονεύτηκαν,
(β) πρόκληση κοινού κινδύνου σε ξένα πράγματα ή άνθρωπο ή θάνατος και τέλος
(γ) αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και αποτελέσματος. 
Για την περαιτέρω κατάφαση του εγκλήματος του εμπρησμού – ως προς το κομμάτι της υποκειμενικής υποστάσεως – απαιτείται πρόθεση, ήτοι δόλος του δράστη για όλα τα ανωτέρω στοιχεία που μνημονεύτηκαν (αρκούντος και του ενδεχόμενου δόλου):
ο δράστης πρέπει να θέλει την πρόκληση της πυρκαγιάς, να γνωρίζει ότι από αυτή δημιουργείται κίνδυνος σε ξένα πράγματα ή άνθρωπο και να αποδέχεται το αποτέλεσμα των κινδύνων αυτών [ΑΠ 2001/2005, ΑΠ 1823/2003].

Απόπειρα του εγκλήματος του εμπρησμού, συντρέχει στην περίπτωση εκείνη που ο δράστης προέβη σε όλες εκείνες τις ενέργειες που κατά τη συνήθη και φυσική πορεία των πραγμάτων οδηγούν στο εγκληματικό σκοπούμενο αποτέλεσμα (δηλαδή στην πρόκληση πυρκαγιάς και δυνατότητα κινδύνου σε ξένα πράγματα ή άνθρωπο) πλην όμως από εξωτερικά εμπόδια και ανεξάρτητα από τη θέλησή του ΔΕΝ επήλθε τελικώς το αποτέλεσμα αυτό [ΑΠ 690/1983]: παραδείγματα: η χρησιμοποίηση εμπρηστικού υλικού χωρίς να εξαπλωθεί τελικώς η φωτιά σε κάποια αντικείμενα, η ύπαρξη πυρκαγιάς χωρίς τη δημιουργία κοινού κινδύνου, η σύλληψη των δραστών την ώρα που σκόπευαν να περιχύσουν μια θαλαμηγό με βενζίνη για να την κάψουν [ΑΠ 690/1983], η διαβροχή με οινόπνευμα του χαλιού εισόδου κατοικίας με μικρή εστία πυρκαγιάς που κατασβέστηκε από τους περίοικους [ΕφΠειρ 122/1985] κοκ.

Το άρθρο 265 του Ποινικού Κώδικα προβλέπει μία ειδικότερη περίπτωση εμπρησμού: την πρόκληση πυρκαγιάς σε δάσοςόταν η συγκεκριμένη δράση ΔΕΝ μπορεί να υπαχθεί στη διάταξη του άρθρου 264 Ποινικού Κώδικαόταν, δηλαδή, δε μπορεί από την προκληθείσα πυρκαγιά να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα ή σε άνθρωπο (ρήτρα επικουρικότητας υπέρ του άρθρου 264 ΠΚ).
Και σε αυτή την ειδικότερη μορφή προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι η κοινή ασφάλεια και η κοινή ακεραιότητα, οι οποίες κινδυνεύουν από την ιδιαιτέρως επικίνδυνη πράξη του εμπρησμού δάσους, ενώ – επειδή τα δάση ως επί το πλείστον φέρουν δημόσιο χαρακτήρα – δύναται να λεχθεί πως με την παρούσα διάταξη προστατεύεται κατά άμεσο τρόπο και η κοινή ιδιοκτησία και χρήση όλων των πολιτών ως και το φυσικό περιβάλλον το οποίο τους ανήκει, εμμέσως δε και τα τυχόν υπάρχοντα ιδιωτικά δικαιώματα επί των δασών.
Στη συγκεκριμένη αξιόποινη πράξη η αντικειμενική υπόσταση συγκροτείται από την πρόκληση πυρκαγιάς με συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη – όχι οπουδήποτε, όπως στο έγκλημα του εμπρησμού στο άρθρο 264 Ποινικού Κώδικα – αλλά σε δάσος ή δασική έκταση κατά την έννοια του νόμου, δημόσια ή ιδιωτική, ή σε έκταση που κηρύχθηκε δασωτέα ή αναδασωτέα.

Ως δάσος ή δασικό οικοσύστημα κατά την έννοια των παραγράφων 1 έως και 5 του άρθρου 3 του Νόμου 998/1979«νοείται το οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό πάνω στην αναγκαία επιφάνεια του εδάφους, τα οποία, μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα, αποτελούν μέσω της αμοιβαίας αλληλεξάρτησης και αλληλοεπίδρασής τους, ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές). Δασική έκταση υπάρχει όταν στο παραπάνω σύνολο η άγρια ξυλώδηςβλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης είναι αραιά. Ως δασικές εκτάσεις νοούνται και οι οποιασδήποτε φύσεως ασκεπείς εκτάσεις (…) που περικλείονται από δάση ή δασικές εκτάσεις, καθώς και οι υπεράνω των δασών ή δασικών εκτάσεων ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των ορέων.
Στ
ις διατάξεις του παρόντος νόμου υπάγονται και τα εντός των πόλεων και των οικιστικών περιοχών πάρκα και άλση, καθώς και οι εκτάσεις που κηρύσσονται ή έχουν κηρυχθεί με πράξη τηςαρμόδιας αρχής ως δασωτέες ή αναδασωτέες«.
Ως αναδάσωση νοείται η αναδημιουργία της καθ’ οιονδήποτε τρόπο καταστραφείσης ή σημαντικώς αραιωθείσης ή άλλως υποβαθμισθείσης δασικής βλαστήσεως, είτε δια φυτεύσεως ή σποράς είτε δια της διευκολύνσεως της φυσικής αναγεννήσεως, προς δημιουργίαν δάσους ή δασικής εκτάσεως [ΑΠ 1333/2005].

Για το έγκλημα του εμπρησμού δάσους απαιτείται δόλος – έστω και ενδεχόμενος: ο δράστης πρέπει να γνωρίζει ότι το σημείο όπου θέλει να προξενήσει πυρκαγιά είναι δάσος ή μερικώς δασοσκεπή έκταση.. Ε ιδικά για την περίπτωση της παραγράφου 2 του εν λόγω άρθρου απαιτείται επιπρόσθετα και η συνδρομή πρόσθετου υποκειμενικού στοιχείου: ιδιοτέλεια – κακοβουλία ή έκταση ιδιαίτερα μεγάλη. Κακοβουλία υφίσταται όταν ο δράστης ενεργεί από κεκεντρέχεια, μίσος, εκδίκηση ή κακή προαίρεση, ενώ ιδιοτέλεια όταν δια του εμπρησμού του δάσους επιδιώκει άμεσα ή έμμεσα ωφελήματα (λχ να λάβει από τρίτο πρόσωπο που επιδιώκει την άρση του δασικού χαρακτήρα μιας εκτάσεως χρηματικό ποσό ή υπόσχεση άλλου ωφελήματος για να θέσει πυρ σε δασική έκταση, άλλως να επιδιώκει ο ίδιος προσωπικά εμπράγματα ή οικονομικά οφέλη).

Και οι δύο πράξεις – τόσο ο εμπρησμός του άρθρου 264 όσο και ο εμπρησμός δασών του άρθρου 265 Ποινικού Κώδικα – κατά ρητή επιταγή του νομοθέτη τιμωρούνται και όταν τελούνται εξ αμελείας: άρθρο 266 Ποινικού Κώδικα. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβλήθηκε από το δράστη η κατ’ αντικειμενική κρίση επιβαλλόμενη προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, οφείλει υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τη συνήθεια που επικρατεί στις συναλλαγές, την κοινή πείρα και τη λογική, αλλά και τις δυνατότητές του, που προσδιορίζονται από τις προσωπικές του περιστάσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα[ΑΠ 936/2003].
Ειδικά για τις περιπτώσεις του εξ αμελείας εμπρησμού ο Έλληνας νομοθέτης εισήγαγε το άρθρο 267 Ποινικού Κώδικα με σκοπό να αποτρέψει τον εξ αμελείας εμπρηστή να επιδιώξει τη φυγή του και ταυτόχρονα να τον παροτρύνει να κατασβήσει τη φωτιά, απαλλασσόμενος έτσι εν συνεχεία από την ποινή.
Σύμφωνα με τη νομολογία η διάταξη αυτή συνιστά έναν προσωπικό λόγο απαλλαγής από την ποινή – σύμφωνα με τη θεωρία συγκροτεί λόγω εξάλειψης του αξιοποίνου, θεωρώντας την ως περίπτωση έμπρακτης μετάνοιας.
Για να εφαρμοστεί η διάταξη θα πρέπει:
(α) ο εμπρησμός να τελείται από αμέλεια – και όχι από δόλο, (β) ο δράστης να προβαίνει σε πλήρη καταστολή – κατάσβεση της πυρκαγιάς είτε με δικές του προσωπικές ενέργειες είτε με γρήγορη αναγγελία προς την αρμόδια αρχή.
Επικουρικά, πάντως, σε περίπτωση που ο δράστης δεν τύχει των ευεργετικών διατάξεων του άρθρου 267(όταν δεν κατασβέσει τη φωτιά ή δεν αναγγείλει στην αρχή την εκδήλωσή της εγκαίρως και άμεσα),μπορεί να απαλλαγεί από την ποινή κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 289, παράγραφος 2 Ποινικού Κώδικα:
εάν με την ελεύθερη θέλησή του και μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο έχει επιχειρήσει να μειώσει την έκταση του κινδύνου που έχει προκαλέσει και σε περίπτωση βλάβης ξένων πραγμάτων έχει ικανοποιήσει πλήρως τους ζημιωθέντες, με την καταβολή του κεφαλαίου, των τόκων υπερημερίας και δηλώσουν τούτο ο παθών και οι κληρονόμοι του.

 [Πολλές από τις ανωτέρω θεωρητικές νομικές προσεγγίσεις προκύπτουν από σύνολο έργων πνευματικής ιδιοκτησίας διακεκριμένων νομικών επιστημόνων που συγκεντρώθηκαν και «κωδικοποιήθηκαν» σε ενιαίο τόμο υπό τίτλο »  «Ποινικός Κώδικας: Ερμηνεία Κατ’ Άρθρο» γενικής επιμέλειας Αριστοτέλη Χαραλαμπάκη (Καθηγητή ΔΠΘ) και  συνεργατών, Εκδόσεων Νομικής Βιβλιοθήκης, 2014] 

kokkinoslawfirm.com