Δίκη Predator: Ένοχοι οι τέσσερις κατηγορούμενοι χωρίς κανένα ελαφρυντικό
Με την έναρξη της συνεδρίασης ο πρόεδρος του δικαστηρίου Νίκος Ασκιανάκης ανακοίνωσε ότι κηρύσσει ενόχους τους Γιάννη Λαβράνο, Φέλιξ Μπίτζιο και το ζεύγος Ταλ Τζόναθαν Ντίλιαν και Σάρα Αλεξάνδρα Χάμου, επιχειρηματίες των οποίων οι εταιρίες εμπλέκονται με το κακόβουλο λογισμικό.
Οι τέσσερις κρίνονται ένοχοι για τις κατηγορίες που τους αποδίδονται ότι διέπραξαν από κοινού και αφορούν επέμβαση σε σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τετελεσμένη και σε απόπειρα, παραβίαση του απορρήτου τηλεφωνικής επικοινωνίας και προφορικής συνομιλίας, τετελεσμένη και σε απόπειρα, καθώς και παράνομη πρόσβαση σε σύστημα πληροφοριών ή δεδομένα, τετελεσμένη και σε απόπειρα.
Όπως ανέγνωσε ο πρόεδρος, «από την συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων και ιδίως των μαρτυρικών καταθέσεων, αλλά και των εγγράφων που διαφώτισαν την αλήθεια, αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι κατόπιν συναπόφασης, μαζί με άλλους συναυτουργους τέλεσαν τις πράξεις με κοινό δόλο. Απόκτησαν πρόσβαση σε προσωπικά δεδομένα και προσωπικές συνδιαλέξεις».
Ο πρόεδρος αποδείχθηκε την εισαγγελική πρόταση και χαρακτήρισε κάποιες πράξεις που αφορούν 87 τηλέφωνα, σε διαπραχθείσες κατά συρροή και όχι κατ’ εξακολούθηση, όπως τους αποδόθηκε αρχικά.
Σύμφωνα με την απόφαση που ανέγνωσε ο κ. Ασκιανάκης, οι τετελεσμένες πράξεις αφορούν τα τηλέφωνα του κ. Κουκάκη και της κ. Σιφορντ καθώς και άλλα τρία πρόσωπα τα οποία, όπως προέκυψε από την ακροαματική διαδικασία είχαν πατήσει το link- δόλωμα. Οι απόπειρες για τις οποίες κρίνονται ένοχοι αφορούν 82 πράξεις (τηλέφωνα).
Ο πρόεδρος είπε ότι το αδίκημα της παράνομης πρόσβασης σε σύστημα πληροφοριών ή δεδομένα απαιτεί έγκληση κι έτσι δέχεται μόνο επτά περιπτώσεις που υποβλήθηκαν εκπρόθεσμα.
Τέλος ανακοίνωσε ότι «παύει οριστικά η δίωξη ως προς όλους τους παθόντες που δεν υπέβαλλαν έγκληση 108 στον αριθμό».
Δεκτή η πρόταση του Εισαγγελέα για περαιτέρω έλεγχο συγκεκριμένων προσώπων
Μετά την έκδοση της απόφασης το δικαστήριο αποδέχθηκε την πρόταση του εισαγγελέα της έδρας Δημήτρη Παυλίδη για ποινικό έλεγχο συγκεκριμένων προσώπων για συγκεκριμένα αδικήματα. Ο κ. Παυλίδης, μεταξύ αυτών, ζήτησε να ελεγχθούν για κατασκοπεία στην πλημμεληματική της μορφή, για τους τέσσερις καταδικασθέντες επιχειρηματίες και άλλα έξι πρόσωπα, αλλοδαποί και ημεδαποί.
Όπως είπε ο εισαγγελέας της έδρας: «Από τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στη διαδικασία προτείνω τη διαβίβαση αντιγράφων της δικογραφίας για διερεύνηση ποινικών ευθυνών των παρόντων κατηγορούμενων και άλλων προσώπων».
Αποφασίστηκε η διαβίβαση στην Εισαγγελία Πρωτοδικών των πρακτικών της δίκης για:
- Τον ιδιοκτήτη της προπληρωμένης κάρτας με την οποία αγοράστηκαν τα “μολυσμένα” SMS που εστάλησαν στον Νίκο Ανδρουλάκη και άλλα πρόσωπα, ώστε να ελεγχθεί για συνεργία στις πράξεις του κατηγορητηρίου. «Δεν έδωσε πειστικές εξηγήσεις για χρήση κάρτας και έπεσε σε αντιφάσεις. Ίσως πρέπει να συσχετίσουν με αυτήν την δικογραφία οι μηνύσεις των κκ Ανδρουλάκη και Κουκάκη» ανέφερε.
- Να ερευνηθεί το αδίκημα της ψευδούς κατάθεσης στο ακροατήριο για τον παραπάνω μάρτυρα καθώς και για στέλεχος μίας εκ των εμπλεκόμενων με το Predator εταιρειών.
- Να αξιολογηθούν ποινικές ευθύνες έξι συγκεκριμένων προσώπων, αλλοδαπών και ημεδαπών, που είχαν πλήρη εικόνα όσων συνέβαιναν, αλλά και των τεσσάρων καταδικασθέντων για τους οποίους ο κ. Παυλίδης κρίνει ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την πλημμεληματική μορφή του αδικήματος της κατασκοπείας.
- Να ελεχθούν για ψευδορκία όσον αφορά την κατάθεση στην εξεταστική επιτροπή της Βουλής το 2022 ένας εκ των καταδικασθέντων επιχειρηματιών και ένα στέλεχος μιας εκ των εμπλεκομένων εταιρειών.
Ανδρουλάκης: Μεγάλη ήττα του παρακράτους που οργάνωσε το σύστημα Μαξίμου και ο Πρωθυπουργός
Σχολιάζοντα την απόφαση του δικαστηρίου, ο Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, Νίκος Ανδρουλάκης έκανε λόγο για δικαίωση και χαρακτήρισε «μεγάλη ήττα του παρακράτους που οργάνωσε το σύστημα Μαξίμου και ο Πρωθυπουργός την απόφαση».
Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ-Κινήματος επεσήμανε οτι η συγκεκριμένη απόφαση είναι το αποτέλεσμα της μήνυσης που είχε καταθέσει το 2022 ενώ τόνισε πως «εκθέτει και τους χειρισμούς της ηγεσίας της δικαιοσύνης που αρχειοθέτησε σοβαρές πτυχές της δυσώδους αυτής υπόθεσης, η οποία όχι μόνο παραβίασε κατάφωρα τα ανθρώπινα δικαιώματα και το κράτος δικαίου αλλά διακυβεύτηκε και η ασφάλεια της χώρας όταν ανενδοίαστα τέθηκε υπό παρακολούθηση η ηγεσία των ενόπλων δυνάμεων επιτρέποντας να κατέχουν αυτό το υλικό άγνωστοι τρίτοι».
Όπως ανέφερε, «με τη σημερινή απόφαση, ο φάκελος διαβιβάζεται ξανά στην Εισαγγελία για έρευνα που θα αφορά μεταξύ άλλων αδικημάτων, και αυτό της κατασκοπείας», ενώ άφησε αιχμές για υπουργούς και κυβερνητικά στελεχη που επέλεξαν συνειδητά να λείπουν, απο αυτόν τον αγώνα που, όπως σημείωσε ο κ. Ανδρουλάκης, «αν και είχαν πολιτικό και θεσμικό καθήκον να είναι μηνυτές, μάρτυρες και διώκτες, προτίμησαν τη σιωπή και συνέργησαν στη συγκάλυψη».
Υπογράμμισε ότι παρά τις κατά καιρούς «παραινέσεις» να υποστείλει τη σημαία αυτής της μάχης, «γιατί «κούρασε» και «ποιον αφορά πια», ούτε στιγμή δεν σκέφτηκα να παρατήσω την επιβεβλημένη πολιτική και νομική διαδρομή».
Τόνισε ότι «ο αγώνας θα συνεχιστεί μέχρις ότου λογοδοτήσουν όλοι οι πρωταγωνιστές αυτής της σκοτεινής υπόθεσης. Επόμενος σταθμός είναι το ΕΔΔΑ για τη συμμόρφωση της κυβέρνησης με την απόφαση του ανωτάτου δικαστηρίου της χώρας».
Κάλεσε, τέλος, τον πρωθυπουργό να δώσει εντολή στην ΕΥΠ, που είχε υπό την εποπτεία του, να εκτελέσει την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ώστε να ενημερωθεί για τους λόγους της παρακολούθησής του. «Αρκετά εξέθεσε τη χώρα και τραυμάτισε τους θεσμούς, τη διάκριση των εξουσιών και το κράτος δικαίου με τις επιλογές του», δήλωσε ο Νίκος Ανδρουλάκης.
